προχωρώ (στο πουθενά) ή μένω (στο τίποτα/όλα);

προχωρώ (στο πουθενά) ή μένω (στο τίποτα/όλα);

προχωρώ (στο πουθενά) ή μένω (στο τίποτα/όλα);

Να προχωρήσω, να κάνω και γω αυτό που κάνουν όλοι οι άλλοι
να πάω και γω, αφού πάνε όλοι οι άλλοι
αρκεί να μη μείνω στην ακινησία μου, στην απραγία μου, στην σιωπή μου

γιατί μετά θα μείνω μόνη
πίσω
μόνη

γιατί ανάμεσα σε μένα και στους άλλους θα μεγαλώνει η απόσταση
και μετά πώς θα πορεύομαι;
πώς θα ζω;
θα ζω;

ένας μικρός θάνατος η απόφαση να ισορροπήσω
αυτό που ακούγεται απ’ έξω και αυτό που ακούγεται από μέσα
αυτό που καταγράφεται ως θετικό και αυτό που γίνεται αντιληπτό μόνο αφηρημένα
αυτό που με εξασφαλίζει στο – και αυτό που με εκδιώχνει από – το γνώριμο

μία μεγάλη ανάσταση η απόφαση να αναγνωρίσω
την εμπειρία μου μέσα από το σώμα μου
και ας αρρωστήσω του θανατά

©Κυριακή Κυριακίδου, Φεβρουάριος 2019

Share via
Copy link