θετικό-αφηρημένο

προχωρώ (στο πουθενά) ή μένω (στο τίποτα/όλα);

προχωρώ (στο πουθενά) ή μένω (στο τίποτα/όλα);

Να προχωρήσω, να κάνω και γω αυτό που κάνουν όλοι οι άλλοι να πάω και γω, αφού πάνε όλοι οι άλλοι αρκεί να μη μείνω στην ακινησία μου, στην απραγία μου, στην σιωπή μου γιατί μετά θα μείνω μόνη πίσω μόνη γιατί ανάμεσα σε μένα και στους άλλους θα μεγαλώνει…